KEFALONITES_PASIS_ELLADOS - ΚΕΦΑΛΟΝΙΤΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Α-Κ
kefalonia 4 ever
Sunday, 2016-12-11, 4:45 PM
Site menu

Login form

News calendar
«  December 2016  »
SuMoTuWeThFrSa
    123
45678910
11121314151617
18192021222324
25262728293031

Search

Site friends

ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΙΕΣ

ΚΕΦΑΛΟΝΙΤΙΚΑ NEWS

Statistics

Total online: 1
Guests: 1
Users: 0

Our poll
ψηφιστε για to site
Total of answers: 321

Α
Αβάντι = εμπρός
Αβάκα = συνεταιρικά, μισά - μισά
Αβάντα = κέρδος όχι πάντα θεμιτό, πλεονεκτική θέση
Αβάρα = το τσιμπούρι που προσκολλάται και στο ανθρώπινο σώμα
Αβαρία = ζημιά
Αβδέλα = βδέλλα, που έκαναν αφαίμαξη
Αβδέλια = οι μεντεσέδες της πόρτας
Αβεντόρος = πελάτης
Αβέρτα = ελεύθερα, ανοιχτά, πλούσια
Αβερτοσιά = ελευθερία, ανοικτός χώρος
Αβίζο = μήνυμα, παραγγελία
Αβουκάτος = δικηγόρος
Αγάλια = σιγά, σιγά
Αγανό = πλέξιμο αραιό, γενικά αραιό ύφασμα
Αγαντάρω = η αντίσταση, ψυχολογική και σωματική
Αγγειό =δοχείο
Αγγειό = σκεύος, συνεκδοχικά κακόβουλος άνθρωπος
Αγγελόκρουξε = τρόμαξε κάποιον πολύ
Αγγελώθηκα = το τσίμπημα από το αγκάθι
Αγιάζω τσι ταβέρνες = μπαίνω στις ταβέρνες και μεθάω
Αγιούτο = βοήθεια
Αγκλέουρας = δηλητηριώδης θάμνος (κατάπιε ή βγάλε τον αγκλέουρα = σκάσε βούλωστο )
Αγκούσα = η δυσφορία που δημιουργείται από το φαγητό
Αγκωνή = γωνία, του ψωμιού η γωνία
Αγλοιά = αλίμονο
Αγραμπαλώνομαι = σκαρφαλώνω, γατζώνομαι
Αδερφοφάης = ο αδερφός που δημιουργεί προβλήματα στα αδέρφια του
Αδούρητος = κάποιος ανεπρόκοπος
Άζουλα = κόπιτσα του φορέματος
Αηπάνου = πάνω, πχ. μου πήρε την αηπάνου μεριά, το απάνου μέρος
Αϊλιακας = αναρριχώμενο φυτό με αρωματικό άνθος
Αίρτα = στα προσμεισμικά σπίτια το ανώφλι της πόρτας
Ακλερίτης = για αυτούς που δεν έχουν παιδιά
Ακοπανιά = σε μια στιγμή
Ακουρμένομαι = ακούω κάτι προσεκτικά
Άκωλη = η λίμνη Άβυθος
Αλάδωτος = αβάπτιστος
Αλαλιάζω = ζαλίζομαι, χάνω το νου μου
Αλαλιές = κουβέντες ανόητες
Αλαμπρατσέτα = αγκαζέ
Αλάργου = μακριά
Αλάργου = μακριά από εδώ
Αλαφιασμένος = δείχνει ανήσυχος, ξαφνιασμένος
Αλεγρία = (ιτ. allegria) κέφι
Αλιάδα = σκορδαλιά
Αλισίβα = ελλείψει σαπουνιού, έβραζαν στάχτη για μπουγάδα
Αλίτουρας = αλιτήριος
Αλιφασκιά = η φασκομηλιά
Αλλαξά = το γιορτινό κουστούμι
Αλλαξοκωλιά = γάμοι μεταξύ συγγενών
Αλλαξομουσούδιασε = κάποιος που αλλάζει όψη
Αλλαχτό = σαν ξωτικό, τελείως χαζός
Αλουποπορδή = άσπρο φυτό που βγάζει μια περίεργη σκόνη
Αλωνάρης = Ιούλιος
Αμά = κατόπιν, αργότερα
Αμάδα = παιχνίδι διαδομένο, παιζόταν με μια πέτρα
Αμάκα = αυτός που ωφελείται, σε βάρος του άλλου
Αμόλυψε = κάποιος που διέκοψε τη Σαρακοστή
Αμόντε = χαρτοπαικτικός όρος και το αρνητικό αποτέλεσμα μιας υπόθεσης
Αμορόζος = εραστής, αγαπητικός
Αμπαδάρω = κάποιον που υπολογίζω, που λογαριάζω
Αμπαντονάρω = εγκαταλείπω
Αμπενοκλάδι = θανατηφόρος ασθένεια, κατάρα
Άμπουλες = πίδακας νερού, μεγάλη ποσότητα
Αμπώνω = σπρώχνω
Αναγκαιμένος = αδύνατος
Αναδεξιμιός = το βαφτιστήρι
Ανάκαρα = πνοή, αντοχή, κουράγιο
Ανακόλι = έμπλαστρο με φυσικά βότανα
Ανάλαιμα = το φαγητό που για κάποιο λόγο διακόπηκε δυσάρεστα
Ανανοήθηκε = πήρε είδηση ότι κάτι συμβαίνει
Αναούλα = αηδία
Αναπαμός = ανάπαυση
Αναπιάζει = για το προζύμι που έχει προετοιμαστεί από το βράδυ
Αναριτσιάζω = ανατριχιάζω
Αναρίτσισμα = ανατρίχιασα
Ανάσβολος = άβολος, ανάποδος
Ανασκαμνίζομαι = χασμουριέμαι
Ανασκηρίζω = κάτι που φύλαξα
Ανασμίδα = το θηλυκό γουρούνι
Αναφουφουλιάζω = το στρώσιμο του στρώματος με τα μαλλιά
Ανεμορούφουλας = ανεμοστρόβιλος
Ανεμούρι = εξάρτημα του αργαλειού
Άντζα = οι γάμπες
Αντίγλωσσο = για αυτούς που αντιμιλούν
Αντίο μαρτσέλλο = «φέξε μου και γλίστρησα»
Αντιστελώνω = η αντίσταση με τα πόδια
Ανώι = το πρώτο πάτωμα
Ανώρως = νωρίς
Αξάγκλια = η γυναίκα που είναι αχτένιστη
Αξαίνω = μεγαλώνω
Αξετίμητο = κάτι που δεν έχει εκτιμηθεί
Απάκιο = απάνεμο μέρος
Απιδιά = αχλαδιά
Απιεντισά = αδιαφορία
Απίθωσε = ακούμπησέ το
Απίκου = (ιτ. a picco) επί τόπου, στη θέση, έτοιμος
Απίκουπα = μπρούμυτα
Απικουπίζω = γυρίζω κάτι ανάποδα
Απλάδα = μεγάλη ρηχή πιατέλα
Άπλερο = το πρόωρο παιδί
Απλύ = το ρηχό πιάτο
Από κουκί = « παρά τρίχα »
Απογέννι = μικρά αυγά που γεννούν οι παλιές κότες
Αποδιαλεούρια = αυτά που απέμειναν
Αποκάθενε = κάτω από κάτι
Αποκατάρι = τα χαμηλά κλαδιά της ελιάς, ή των δέντρων
Αποκλαμός = του χταποδιού το πλοκάμι
Αποκολλωμένη = με τα παπούτσια στο χέρι
Αποκοπή = η τελευταία μέρα του χρόνου
Απομιτίστηκε = ξεχάστηκε σκυμμένος κάπου
Απόμπηξη = κομμάτι ξερού ξύλου που περισσεύει
Απομπούκουνα = κομμάτια ξερό ψωμί
Αποπαίρνω = κατσαδιάζω
Απόπερα = διάτρητο
Απόρριξε = η πρόωρη γέννα, αποβολή
Απόστο = εγκαίρως, πάνω στην ώρα
Αποτσουτσουρωμένος = του έχουν αφαιρέσει το λόγο
Άπραη = χωρίς πείρα
Αραλίκια = οι ευκαιρίες κάπου να αράξεις
Άραχνα = κάτι πένθιμο, μαύρα κι άραχνα
Αρβάλι = το χερούλι του κουβά (σίκλου)
Αργολαβία = ερωτοδουλειές
Αρεσκιά = το προικοσύμφωνο
Αρεστάρισμα = η σύλληψη από την Αστυνομία
Αριβάρω = φτάνω
Αρίδι = τρυπάνι
Αρίλογας = κόσκινο που ξεχωρίζει την αίρα από το στάρι
Αρμάρι = το ντουλάπι της κουζίνας
Αρνοκόπι = τα μαλλιά που κουρεύουν, των προβάτων
Αρού- παρού = σκόρπια, εδώ και εκεί
Αρπάδι = αυτό με το οποίο ανασύρουν τους κουβάδες από τη στέρνα
Αρτάνα = παρτέρι για λουλούδια
Αρτύθηκε = διέκοψε τη νηστεία
Ασκολύμπρους = αγκάθια με άσπρες νόστιμες ρίζες
Ασκοπούλια = τα ασκιά που γινόταν από δέρμα ζώου κι έβαζαν το λάδι στα λειτρουβιά
Ασκουπουλιάζουμε = η ατσούμπαλη πτώση σαν το ασκί
Ασπέτα = περίμενε
Ασπροφουδιασμένα = τα άσπρα ρούχα της μπουγάδας
Αστεντούε = δια ης βίας, με το έτσι θέλω, οπωσδήποτε
Ασύφταος = κάποιος που δεν έφτασε στο προορισμό του
Ασφελαχτός = αγκαθωτός θάμνος με αρωματικά κίτρινα λουλούδια
Ατακάρω = κάνω έφοδο
Ατζάρδος = τολμηρός, επιτήδειος
Ατζιώνω = θυμώνω, αγριεύω
Ατούρες = συμπτώματα της εγκυμοσύνης, εμετοί, κακοδιαθεσία
Ατσάραντος = πουλάκι μικροσκοπικό
Ατσιντέντε = (ιτ. accidente) ατύχημα, συμβάν
Ατσούπι = ο πλαϊνός τοίχος του σπιτιού
Αυγατίζω = τα κάνω περισσότερα
Αυγουστέλες = οι συκιές που κάνουν το Μάιο και τον Αύγουστο σύκα
Αφιδεύομαι = εμπιστεύομαι
Αφόντες = αφού
Αφόρια = τα ρούχα που δεν έχουν φορεθεί
Αφράλα = το αλάτι που μένει το καλοκαίρι στις πέτρες
Αφριάστηκε = το φτέρνισμα
Άχαρος = κάποιος που δεν χάρηκε
Αχνούπας = περιλαμβάνει τους καρπούς του σταριού, βρώμης κ.τ.λ.
Αχρόνιαος = αναφέρεται και στην κατάρα, να μην ξεχρονιάσεις
Αψίληθρας = φυτό διαδεδομένο αρωματικά
αψιώνω = ανάβω από θυμό, ζεσταίνομαι
Αψώθηκε = θύμωσε, έτοιμος για καυγά
Βαθουλοκαρυκιασμένος = τα μάτια να έχουν μαύρους κύκλους και να είναι βαθιά στις κόχες
Βαϊζω = γέρνω στη μια πλευράΒαϊλεύω = περιποιούμαι, παραχαϊδεύω κάποιον
Βαλλάρω = το καλό σκάψιμο του κήπου
Βαντάκια = τα στοιβαγμένα ρούχα
Βαραμέντε = μα το ναι, μα την αλήθεια
Βαρβατσουλιά = η μυρωδιά του προβάτου σε εποχή ζευγαρώματος
Βαρδαλωνίζει = γυρίζει από δω κι από κει χωρίς λόγο
Βαρδάσα = είδος δαμάσκηνου μεγάλου μεγέθους (Πουρνέλα)
Βαρδιόλα = παρατηρητήριο, οχυρωμένο σε σημείο με ορατότητα
Βαρειοκαταρούσα = οι κατάρες οι βαριές που έλεγαν οι γυναίκες
Βασταγούρι = γάιδαρος
Βαστάω = κρατάω σε κακουχίες, αντέχω
Βατσίνα = το εμβόλιο
Βατσουνιά = πολλοί βάτοι
Βελάδα = μακρύ επίσημο παλτό
Βελανίδα = οι αδένες που βρίσκονται κοντά στα γεννητικά όργανα
Βελέσι = μακρύ φουστάνι ή φούστα
Βέλο = το τούλι που καλύπτει το πρόσωπο και στηριζόταν στο καπέλο
Βεντερούγα = ραχίτιδα, καμπούρα
Βεραμέντε = αλήθεια
Βερβέλες = ακαθαρσίες γίδας και προβάτου
Βεργέτες = τα στρογγυλά σκουλαρίκια
Βεργιά = παγίδα μικρών πουλιών
Βέρσο = ο τρόπος που περπατάει
Βέστα = παιδικό φόρεμα, ρόμπα
Βετούλι = κατσίκι χρονιάρικο
Βήσαλο = κεραμίδια σπασμένα
Βιζικάντι = η εκδορά
Βίζιτα = η επίσκεψη
βιζιτάρω = επισκέπτομαι
Βινάρια = η συγκέντρωση, η εμφιάλωση, η αποθήκευση του κρασιού
Βλήτρα = τα βλίτα
Βλιάζω = φωνάζω από πόνο
Βλύχα = το γλυφό νερό που αναβλύζει στις ακτές
Βολά = μια φορά
Βολιάζω = πετροβολώ κάποιον
Βολιός = συγκεντρωμένες πέτρες
Βολύμι = μολύβι, βολυμόπενα, μολυβοπένα
Βοστυλίδι = άσπρο σταφύλι που κάνει καλό
κρασίΒούλωμα = τάπωμα
βουρλίζομαι = τρελαίνομαι
Βουρλίζομαι = (ιτ. burlare) δαιμονιζομαι, οργιζομαι, τρελένομαι
Βούσκα = μαγιάτικα σύκα
Βουτσί = κρασοβάρελο
Βόχτα = βοήθεια
Βριτσίλα = ο ερεθισμός του δέρματος
Βροντάλι = η μαρκίζα
Βροντοθέροι = διαδομένο αγριόχορτο
Βρωμομαρία = έντομο που εκπέμπει άσχημη μυρωδιά
Βυζοπιάνω = η προσφορά γάλακτος σε μωρό από άλλη μητέρα
Γαδένα = μικρή λεκάνη, πήλινο βαθύ σκεύος κουζίνας
Γαϊδουροκυλισιά = ο χώρος που τα γαϊδούρια κυλιούνται
Γαλεντόμος = ανοιχτοχέρης
Γαλιουρίζει = του μωρού οι πρώτοι ήχοι
Γαλούφος = αυτός που κομπλιμεντάρει
Γαμπάς = χοντρό παλτό
Γαργαλικάω = το γαργάλημα
Γαρδέλι = καρδερίνα
Γάρμπα = το στυλ, η γοητεία
Γδες = κοίταξε
Γεροκομειό = οι ηλικιωμένοι που θέλουν περιποίηση
Γιακέτα = ζακέτα, σακάκι
Γιάτσο = το πρωινό κρύο, η ψύχρα
Γιορτόπιασμα = το παιδί που η μητέρα του το κατάπιασε (συνέλαβε) ημέρα γιορτής
Γιωμάρα = η μουντή και η ψυχρή μέρα
Γιωμένος = οξυδωμένος, μεταφορικά στρυφνός, πικρόχολος, ύπουλος
Γκαινιάζω = αποκτώ, κολλώ ασθένεια
Γκόνω = φουσκώνω από το πολύ φαγητό
Γλίδα = λίγδα, βρωμιά
Γλίνα = γλιστερό μέρος
Γλυκί = μεγάλη οργή που σιγοβράζει, ψυχική ταραχή, νεύρα
Γλυκοσαλίζω = κολλάω από βρωμιά
Γλωσσάζεται = δεν τρώγεται κάτι
Γλωσσοφαγιά = τα λόγια του κόσμου, η ζήλια
Γνέθω = η διαδικασία του να γίνει το μαλλί νήμα στο αδράχτι
Γνέμα = το νήμα του πλεξίματος
Γνούφα = άσχημη μυρωδιά
Γουλί = βότσαλο
Γουλιάστρα = της πρώτης μέρας το γάλα
Γουνίζει = η γκρίνια, η μουρμούρα
Γούργουρας = το λαρύγγι
Γουστέβελη = αυτοί που κάνουν ευχάριστη παρέα
Γρέτζο = ανώμαλη επιφάνεια
Γρίνα = γκρίνια
Γρομπάδα = η ετοιμόρροπη λιθιά
Γρόμπος = το κομπόδεμα
Γρομπούλι = σκληρός όγκος στο σώμα
Γροσάρει (ο καιρός) = χαλάει γίνεται απειλητικός
Γρούδιασμα = το μαλάκωμα του δέρματος σε νερά
Γρούζω = γρυλίζω σαν γουρούνι, μουρμουρίζω με γκρίνια
Γρουμπανιά = γροθιά
Γρούσπα = ρουφήχτρα




Δ
Δαύλιακας = ο περίδρομος, πχ. έφαγε το δαύλιακα
Δεβόγιος = αδιάθετος, μισοάρρωστος
Δειάφι = θειάφι
Δελέγκου = αμέσως, γρήγορα
Δεούτελο = άχρηστος, βλάκας
Δέσποτας = ο ιερέας, όχι ο Δεσπότης
Δετόρος = ο γιατρός
Διάβα = το μονοπάτι για ανθρώπους και ζώα
Διαβατικού = περνώντας
Διακονιάρης = ζητιάνος
Διανεύομαι = παρατηρώ
Διαόμισε = παρατήρησε περιφέροντάς το
Διάουτσε = να πας στο διάολο, πχ. να πας στο διάουτσο
Διασίδι = η κατασκευή, με το στιμόνι και το υφάδι στον αργαλειό
Διάσονας = καλόγερος, κάλος
Διάφορο = η απολαβή, η ωφέλεια, (μου έβγαλες το διάφορο), το κέρδος
Διβαράτικο = χορός Πυλαρινός, και Διβατάρικος
Διβόρβορο και Λιβόρβορο = πιστόλι, περίστροφο
Διγκόνι = το δισέγγονο
Δικάει = είναι αρκετό
Δικονάρι = ψωμάκι σταρένιο ή κριθαρένιο που δίνεται στο μοναστήρι
Δίλεστρο = αλεύρι από διάφορα όσπρια
Διολί = βιολί
Διπλάρια = τα δίδυμα
Δισπεράδος = απελπισμένος
Διχούλι = ξύλο που καταλήγει σε δύο άκρες
Δομίζομαι = έτσι μου �ρχεται να κάνω κάτι
Δούγα = τα κομμάτια του ξύλου που αποτελούν το βαρέλι
Δραγάτης = αγροφύλακας
Δραγουμάνος = διερμηνέας
Δρακοντή = το φυτό χοιραύτες
Δρωπίκι = το πύον
Δυναμάρι = η ενίσχυση σε ρούχα ή σε κατασκευές
Εδαύτος = αυτός
Εδεκεί = εκεί
Εδεπά = εδώ
Εδετόσος = η περιγραφή μεγέθους, πχ. έγινε το παιδί εδετόσο
Εδέτσι και εγιεδέτσι = έτσι, πχ. ο σεισμός μας άφησε εδέτσι
Εκειός και εφκειός = εκείνος
Ελόουσου = (παραφθορά «του λόγου σου») εσύ
Εματα+� = ξανά..
Εματάκατσε = ξανακάθισε
Εμπασά = επισκέψεις στο σπίτι, αλλά και η είσοδος του σπιτιού
Έντανε = να τα
Έντηνε = να �τη
Έντισοι = να τοι
Έντοσις = να �τος
Επιστρόφια = μετά το γάμο η πρώτη επίσκεψη του ζευγαριού στο σπίτι της νύφης
Επολληώρα = πριν από αρκετή ώρα
Έσκροξε = κέντρισμα, πχ. με έσκροξε η μέλισσα
Έσπαλε = από πολύ παλιά, πάντοτε
Ευκολαίνω = σε διευκολύνω
Έφαε τ΄ατσάλια = «χάλασε τον κόσμο»
Εφκείνη = αυτή
Eφκειός = αυτός
Ζαβός = αυτός είναι ζαβός, ανάποδος, στριμμένος
Ζαβώνω = στραβώνω κάτι
Ζαχαράτo = κουφέτο
Ζέμπιο = άσχημο, κακοφτιαγμένο
Ζερβοκουτάλα = οι αριστερόχειρες
Ζεστοφούρνι = το ζεστό ψωμί που μόλις βγήκε από το φούρνο
Ζευγιά = έχω δύο ζευγές χωράφι, η επιφάνεια του χωραφιού αλλά και το ημερήσιο αλάτρεμα των βοδιών
Ζευγόρνιθο = ένα ζεύγος πουλερικά, κόκορας και κότα
Ζεύκι = την έκανα ζεύκι, έφαγα καλά
Ζημαρίθρα = λαχανικό
Ζήφτι = μουσκεμένο
ζορκιά = γύμνια
Ζόρκος = γυμνός
Ζούπα = πρόχειρο φαγητό από ψωμί βουτηγμένο σε κρασί και λάδι
Ζούπησε = με πάτησε, με συμπίεσε
Ζουρλοπαντιέρα = τα ζωηρά κορίτσια, τα επιπόλαια
Ζουρλός = κουρλός, τρελός
Ζυγούρι = μικρό πρόβατο
Ζωντανά = τα ζώαΉβρεμα = το εύρημα
Ήγδα = είδα
Ήγλεπα = έβλεπα
Ήπατα = τρόμαξα πολύ, μου κόπηκαν τα ήπατα, η έκκριση της χολής, σωθικά
Ήφερα = έφερα
Θάγμα = το θαύμα
Θαμπουλίζω = βλέπω λίγο, ελάχιστα διακρίνω
Θανατικός = αυτός που φανατίζεται
Θανατούλιδες = τα καφέ μανιτάρια, τα δηλητηριώδη
Θαραπάικα = το ευχαριστήθηκα
Θαυτικό = μνήμα, κοιμητήρι
Θέλημα = ελαφρά δουλειά, μια εξυπηρέτηση
Θεοποντή = δυνατή βροχή, κακοκαιρία
Θέρμη = θερμόριο, πυρετός με ρίγη
Θηλυκώνω = κουμπώνω, τυλίγω
Θολοπλέω = απλώς υπάρχω
Θυατέρα = η κόρη
θυλικωμένος = τυλιγμένος
Ιγκάντο = η δημοσίευση μιας σχέσης, την έβγαλε στο ιγκάντο
Ίγκλα = τα λουριά και τα σχοινιά που κρατούσαν το σαμάρι στη ράχη του ζώου
Ιδεασμένος = με κακό προαίσθημα
ιμπαράτσο = αμηχανία, δύσκολη θέση
Ιντονάδος = καλοντυμένος
Ισακάτου = ευθεία κάτου
Ισαπάνου = ευθεία πάνω
Ισαπέρα = ευθεία πέρα
ισούρτο = προσβολή, βρισιά
Kοντογούνι = το κοντό παλτό
[b]Kοντοκλώτσης
= αυτός που έχει κοντά πόδια
Kοντόσγουρο = κοντό και παχουλό παιδί
Kοντραπάντο = (ιτ. contrabbando) λαθρεμπόριο
Kόντυνε = μίκρυνε
Kόπανος = το ξύλο που κοπάνιζαν τα όσπρια, αλλά και τη μπουγάδα
Kορδομύγα = μικρό έντομο
Kορκάλι = το μικρό κρεμμύδι για φύτεμα
Kορκοσουριά = σχόλια, κουτσομπολιά
Kορνιόλα = μεγάλη πέτρα, για κόσμημα
Kόρνος = όστρακο, αλλά και η σφυρίχτρα των αυτοκινήτων
Kορύτος = τα αντικείμενα που μέσα τρώνε τα ζώα
Kοτσάρω = παίρνω πάνω μου
Kότσια = το κουράγιο
Καβαλέτο = υπόβαθρο όπου τοποθετούσαν σανίδες και στρώμα και γινόταν κρεβάτι
Καβαλιεράτο = παράσημο
Καβαλίνα = κοπριά
Καβελαριά = το σημείο της σκεπής που σμίγουν τα κεραμίδια από τις δύο πλευρές
Καβετζάρω = περνώ τον κάβο, διαφεύγω τον κίνδυνο
Κάβολε = κουνουπίδι
καδηνάτσος = μεγάλος σύρτης με κλειδαριά
Καδίνα = αλυσίδα, καδένα
Καδινάτσο = χειροποίητος μεγάλος σύρτης
Καδινέλα = σανίδες οικοδομής
Κάζο = συμβάν, γεγονός (κάζο που έπαθα = δουλεία που έπαθα- του �καμα ένα κάζο = του σκάρωσα μια δουλεία
Κάζο = (ιτ. caso) περιστατικό, πάθημα, ατύχημα, ρεζίλι
Καθήκλα = καρέκλα
Καϊνέλο = η λεκάνη του νιπτήρα
Κακοθάνατος = σε κακά χάλια
Καλαμαντάρα = πολύ ψηλή, άχαρη
Καλέστρα = έχω καλεσμένους
Καλιά μου (πάω) = πάω σπίτι μου, πάω στη δουλεία μου, μεταφ. Πάω χαμένος
Καλιά = πεθαίνω («πάω καλιά μου»)
Καλοπέσουλος = τόσο καλός μέχρι εκμετάλλευσης
Κάλπης = σκάρτος
Καμιζόλα = πουκάμισο γυναικείο
καμούτσι = μαστίγιο, καμουτσίκι
Καμουτσίκι = μαστίγιο
Καμούφο = το βολάν στις ποδιές, στα φορέματα
Καμπρί = άσπρο ύφασμα, χασές
Κανάβι = χοντρό σχοινί
Κάνε = τουλάχιστον
Κανείνε = κανείς
Κάνια = αρπαχτικό πουλί
Κανιάζω = κλείνει ο λαιμός μου από την πολυλογία
Κανκάγια = ζαρωμένη, χοντρή και άσχημη
Κάνκαρο = το κρανίο, το καύκαλο
Κανούλι = σωλήνες, η κάνη μονόκανου όπλου
Καντάρι = στατήρας
Κάνταρος = πήλινο σκεύος και μεγάλη ποσότητα, πχ. έφαγα ένα κάνταρο
Καντάρω = τραγουδάω
Καντήλια = η φουσκάλα από έγκαυμα
Καντίνι = χορδή οργάνου και φωνή καντίνι, δλδ.. καθαρή και ωραία
Καντούνι = το σοκάκι
Καούνι = πεπόνι αρωματικό
Κάουρας = κάβουρας
Καπακίζω = διαβάζω συλλαβιστά, μιλάω σπαστά μια γλώσσα
Καπέλο = το σκωτοπλέμονο του αρνιού
Καπέτα = ανδρικό χτένισμα
Καπέτα = φράντζα
Καπίστρι = το χαλινάρι
Καπονάρα = το κοτέτσι
Καπόνι = τα ευνουχισμένα κοκόρια
Καπριτσάρω = εκνευρίζω κάποιον
Καπροδόντης = τα στραβά δόντια
Καρακαηδόνα = υποτιμητική έκφραση για γυναίκες
Καραμπαμπάς = αυτός που έχει μεγάλο κεφάλι, χοντρός,κ.τ.λ
Καραμπάτσα = μεγάλο κεφάλι φαλακρό
Καράφλας = φαλακρός
Καργάρω = γεμίζω
Καρδοκαϊλα = η καϊλα του λαιμού
Καρίκια = οι καρποί της ψάρας, του μπιζελιού
Καρικώθηκα = έκλεισε ο λαιμός μου, βράχνιασα
Καρικωμένος = με πνιγμένη τη φωνή από τη βραχνάδα
Κάρκανο = το φαγητό που έγινε κάρβουνο
Καρονιάζω = στεγνώνει ο λαιμός μου από δίψα
Καρπούζα = ο καρπός του καλαμποκιού που ψήνεται
Καρτεζίνη = το τέταρτο της πίντας
Καρτέρει = περίμενέ με, στάσου
Καρτούτσο = το τέταρτο της πίντας
Καστίγιο = μαρτύριο, παίδεμα
Καταβολάδα = κάποιος που πέθανε στη ξενιτιά, αλλά και το καταγώνιασμα των φυτών
Κατακλείδια = σαγόνια
κατακλίδι = σαγόνι
Καταπεσωμένος = ο κατάκοιτος, ο πολύ άρρωστος
Κατάπιασε = συνέλαβε παιδί
Καταπιόνας = οισοφάγος
Καταπόρι = το στενό δρομάκι, μπροστά από το σπίτι
Καταποτήρας = τι κατέβασε ο καταποτήρας σου! φαταούλας
Καταρράχτης = η σκάλα που οδηγούσε στο κατώι, υπόγειο
Κατελώνει = βρωμάει
Κατζέλο = (ιτ. cancello) ράφι, συρτάρι
κατραπακιά = καρπαζιά
Κατσάμπες = πεπόνι χειμωνιάτικο
Κατσαργιόλα = η κατσαρόλα
Κατσιασμένη = η κίτρινη, αρρωστημένη
Κατώφλιο = το σκαλί της πόρτας
Καυκιά = το πέτρινο ή ξύλινο βαθουλό σκεύος που κοπανίζουν την παραδοσιακή σκορδαλιά
καυτρίλια = καρβουνισμένη άκρη φυτιλιού
Καφυρά = ιγμόρεια
Κάψα = ζέστη
Καψάλης = αναφέρεται στον ’γιο, ίσως επειδή τον έκαψαν
Κάψαλο = καμένο δέντρο, αποκαΐδια
Κέντρωμα = το μπόλιασμα των δέντρων
Κενώνω = (παραφθορά του «εκκενώνω») βάζω φαγητό στα πιάτα
Κιάκιο = σπίρτο
Κιάρινε = (ιτ. chiarire) καθάρισε η φωνή της ή ο καιρός
Κιντινάρι = (ιτ. centinaio) η διπλή πλεξίδα σκόρδα, που είναι εκατό
Κίσσα = πτηνό με ωραία χρώματα
Κλαδιές = κληματόβεργες
Κλανιόλα = ο εξαερισμός του κρεβατιού
Κλαούνια = κλαψουρίσματα
Κλήρα = τα παιδιά, οι απόγονοι
Κλινάρι = απλή αδιαθεσία, αλλά και σοβαρή αρρώστια στο κρεβάτι
Κλιτσινάρια και κλωτσινάρια = τα αδύνατα πόδια
Κλωνά = η κλωστή του ραψίματος
Κλώστης = το αδράχτι που τυλίγουμε το νήμα του γνεσίματος
Κογιονάρω = κοροϊδεύω
Κογιόνι = κορόιδο
Κοκκινογούλι = παντζάρι
Κοκκινογούλι = παντζάρι
Κοκολόγια = λίγες ελιές, όχι λάδια
Κολάι = να βρούμε το τρόπο
Κολάρο ή κολέτο = γραβάτα
Κολέας = σύντροφος
Κολεϊδάτα = πάνε μαζί
Κολοσούσα = η σουσουράδα
Κόλπος = συμφόρηση, ημιπληγία
Κολυμπάδες = οι σπιτικιές ελιές που ξεπικρίζουν στο νερό
Κόλυμπος = λιμνάζοντα νερά
Κομεντόρο = (ιτ. pomodoro) ντομάτα
κομοδάρομαι = ετοιμάζομαι
Κομπαρίρει = κατέφθασε
Κομποραχιά = ραχοκοκαλιά
Κοντεζίνη = το ποτήρι του λικέρ
Κορέλι = χάντρα
Κόστα = (ιτ. costa) ακτή
Κουάρτο = της λίτρας το τέταρτο
Κουβέλι = η κυψέλη του μελισσιού
Κουγιάμπαλο = χαζός
Κούγιο = πρόβατο χωρίς αυτιά
Κούδα = βρακί
Κουκάλισμα = γλωσσοφαγιά
κούκαλο = κόκαλο
Κουλούμι = σωρός χώματος μετά το πρώτο σκάψιμο των αμπελιών
κούλουμο -κουλούμι = σωρός
κουλουμώνω = σχηματίζω σωρό
κουμεντόρι = τομάτα
Κουμπάνια = προμήθεια, απόθεμα
Κουντούρι = τα θερισμένα, στάχυα, όρθια
Κούπωμα = καπάκι
Κουπώνω = σκεπάζω
Κούρβα = παλιοθήλυκο, πόρνη
Κουρβουλιάζω = πιάνονται οι αρθρώσεις μου
Κούρβουλο = η ρίζα του κλήματος
Κουργιόζος = (ιτ. curioso) ο περίεργος
Κουρλαίνω = τρελαίνω
Κουρούτα = θηλυκό πρόβατο
Κουρτελάδα = η άκρη του δρόμου
Κούρτη = πέτρινος φράχτης
Κούσαλο = ηλικιωμένος
Κουσουμάρω = δένω τη σάλτσα, σιγά-σιγά
Κουτάω = τολμάω
Κούτουπος = αρπαγή, τσακωμός
Κουτράω = συγκρούομαι, χτυπώ
Κουτσοσάρωμα = λέξη υβριστική
Κουτσούνες = κούκλες
Κουτσουνοκάρες = αγιοβασιλιάτικες, κρεμμύδες
Κουτσουρίζω = κόβω την κορυφή
Κουτσοχεριάστηκα = έχασα τη βοήθεια που είχα
Κουφαηδώνω = δεν ακούω καλά
Κούχτιο = ξεμωραμένος γέρος
Κοφίση = (αγγλ. stockfish) παστό ψάρι, συνηθίζεται σκορδαλιά
Κράζω = τον έκραξε, τον κατήγγειλε
Κρεπάρω = σκάω
Κρισσάρα = η σήτα
Κρούω = βρωμάω
Κυβερνιέμαι = τα φέρνω βόλτα
Κυβούρι = τάφος
Κυπρί = μεγάλο κουδούνι για πρόβατα
Κυρμιγκίξω = ιδιότροπη γυναίκα, σχολαστική, που προσέχει τα πάντα
Κωλοτανιέμαι = τεμπελιάζω, τεντώνομαι τεμπέλικα
Κωλοφωτιά = πυγολαμπίδα
Κωλώνω = μετανιώνω και κάνω πίσω
Copyright MyCorp © 2016
Website builderuCoz